Meaning of ψαθάς | Babel Free
/psaˈθas/Ορισμοί
- αυτός που -παλιότερα κυρίως- εμπορευόταν ψάθα ή επεξεργαζόταν την ψάθα για την κατασκευή και επισκευή ψάθινων ειδών, ο ψαθοποιός
-
γενική ενικού του ψάθα genitive, singular
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.