Σημασία του ψαγμένος | Babel Free
psaɣˈme.nosΟρισμοί
- που τον έχουν ψάξει (π.χ. σε σωματική έρευνα σε κρατητήριο)
-
για το άτομο που δεν είναι αφελές ή επιπόλαιο, που έχει διερευνητική στάση στη ζωή ή έχει πολλές εμπειρίες neologism
Παραδείγματα
“Άσ' τονε αυτόν, συνάδελφε, είναι ψαγμένος, δεν υπάρχει κάτι... (του έχει κάνει σωματική έρευνα άλλος αστυνομικός)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free