Meaning of ψίλωση | Babel Free
/ˈpsi.lo.si/Ορισμοί
- η απογύμνωση κυρίως περιοχής από δέντρα, η αποψίλωση
- η σταδιακή απώλεια της προφοράς του χι στην αρχή λέξεων της ελληνικής γλώσσας, φαινόμενο που άρχισε ήδη από την αρχαϊκή εποχή (π.χ. στη Λέσβο) και ολοκληρώθηκε τον 3ο ή το πολύ τον 4ο αιώνα μ.Χ. στις υπόλοιπες ελληνόφωνες περιοχές
- το αποτέλεσμα του ψιλώνω, η χρήση, εφαρμογή του πνεύματος της ψιλής από τους γραμματικούς της Αλεξάνδρειας στα κεφαλαία και στα πεζά φωνήεντα, ώστε να προφέρονται ελαφρά, σε αντιδιαστολή προς όσα φωνήεντα (και σύμφωνα) δάσυναν ώστε να προφέρονται πιο σκληρά ή με ένα ήπιο χι
-
η αλωπεκία, η πτώση των τριχών του κεφαλιού (έννοια που διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) dated
-
η αποτρίχωση στη βυζαντινή και αρχαιοελληνική κοινωνία, με τη βοήθεια ψιλόθρων dated
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.