χωρισμένη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρισμένος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η αδερφή μου είναι χωρισμένη εδώ και δύο χρόνια.”
My sister has been divorced for two years now.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free