Meaning of χρώση | Babel Free
Ορισμοί
- βαφή το να βάψει κάποιος κάτι
- η επεξεργασία ιστού με αποτέλεσμα τη επίτευξη χρωματικής διαφοροποίησης για την διάκριση δομών (συνηθέστερα κυττάρων)
Ισοδύναμα
English
Pigmentation
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.