Σημασία του χρεοκοπία | Babel Free
xɾe.o.koˈpi.aΟρισμοί
- η αδυναμία κάποιου να πληρώσει τα χρέη του
-
η πλήρης αποτυχία figuratively
Ισοδύναμα
Български
банкрут
Español
insolvencia
Magyar
fizetésképtelenség
ქართული
გადახდისუუნარობა
Latviešu
konkurss
Nederlands
insolventie
Svenska
obestånd
Kiswahili
ufilisi
Παραδείγματα
“※ Η τρίτη χρεοκοπία είναι η πλέον γνωστή, από τη δραματική δήλωση του Χαρίλαου Τρικούπη «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». (Γιώργος Ρωμαίος, Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών, εκδ. Πατάκης, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free