HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χρεοκοπία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/xɾe.o.koˈpi.a/

Ορισμοί

  1. η αδυναμία κάποιου να πληρώσει τα χρέη του
  2. η πλήρης αποτυχία
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Η τρίτη χρεοκοπία είναι η πλέον γνωστή, από τη δραματική δήλωση του Χαρίλαου Τρικούπη «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». (Γιώργος Ρωμαίος, Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών, εκδ. Πατάκης, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χρεοκοπία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course