Meaning of χρεοκοπία | Babel Free
/xɾe.o.koˈpi.a/Ορισμοί
- η αδυναμία κάποιου να πληρώσει τα χρέη του
-
η πλήρης αποτυχία figuratively
Παραδείγματα
“※ Η τρίτη χρεοκοπία είναι η πλέον γνωστή, από τη δραματική δήλωση του Χαρίλαου Τρικούπη «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». (Γιώργος Ρωμαίος, Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών, εκδ. Πατάκης, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.