HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χορεία | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. ομάδα καλών, ηθικών, σωστών κ.λπ. ανθρώπων ή άλλων όντων (αγέλλων κ.λπ.)
  3. νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστες, ασταθείς κινήσεις των άκρων, του προσώπου και άλλων μυϊκών ομάδων

Ισοδύναμα

English chorea

Παραδείγματα

“※ Ανήκει στη μικρή χορεία όσων μπήκαν σε μια πλανητικών και ιστορικών διαστάσεων διαδικασία κοινωνικής επικύρωσης των ποδοσφαιρικών τους ικανοτήτων. (www.efsyn.gr, 04.01.2023)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χορεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course