Meaning of χορεία | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- ομάδα καλών, ηθικών, σωστών κ.λπ. ανθρώπων ή άλλων όντων (αγέλλων κ.λπ.)
- νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστες, ασταθείς κινήσεις των άκρων, του προσώπου και άλλων μυϊκών ομάδων
Ισοδύναμα
English
chorea
Παραδείγματα
“※ Ανήκει στη μικρή χορεία όσων μπήκαν σε μια πλανητικών και ιστορικών διαστάσεων διαδικασία κοινωνικής επικύρωσης των ποδοσφαιρικών τους ικανοτήτων. (www.efsyn.gr, 04.01.2023)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.