Meaning of χονδρο- | Babel Free
Ορισμοί
- έχει μεγάλο βάρος ή όγκο
- χαρακτηρίζεται από αδεξιότητα
- δε διακρίνεται από εξυπνάδα και ευστροφία
- γίνεται δύσκολα
- σχετίζεται με το χονδρικό εμπόριο
- χονδρέμπορος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.