HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χολέρα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/xoˈle.ɾa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χολέρας
  2. η λοιμώδης, επιδημική, συχνά θανατηφόρα ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από συνεχείς κενώσεις και εμετούς

Ισοδύναμα

English Cholera

Παραδείγματα

“※ Εἶχεν ἀκουσθῆ καὶ πάλιν χολέρα εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν συνήθιζε ν' ἀποστέλλη κατ' ἐκλογὴν τὸν ἰατρὸν τοῦτον εἰς τὴν διεύθυνσίν του ἐν Δήλῳ λοιμοκαθαρτηρίου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο Η, 1912)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χολέρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course