χιλιο-
Ορισμοί
στην αρχή των λέξεων πολλαπλασιάζει το δεύτερο συνθετικό επί χίλια είτε κυριολεκτικά (π.χ. χίλια μέτρα στο χιλιόμετρο, χίλια γραμμάρια στο χιλιόγραμμο ή κιλό) είτε μεταφορικά (π.χ. στο χιλιοειπωμένος, χιλιοφορεμένος)
Ισοδύναμα
31 more languages
Беларускаякіла-
Българскикило-
Bosanskikilo-
Češtinakilo-
Ελληνικάκιλο-
Esperantokilo-
Euskarakilo-
Suomikilo-
Gaeilgecilea-
Galegoquilo-
Hrvatskikilo-
Magyarkilo-
Íslenskakíló-
한국어킬로-
Kurdîkîlo-
Malagasykilao-
Bahasa Melayukilo-
Nederlandskilo-
Polskikilo-
Русскийкило-
Shqipkilo-
Српскиkilo-
Svenskakilo-
Türkçekilo-
Українськакіло-
Tiếng Việtki-lô
Παραδείγματα
“χιλιο- (chilio-) + μέτρο (métro, “metre”) → χιλιόμετρο (chiliómetro, “kilometre”)”
“χιλιο- (chilio-) + κύκλος (kýklos, “cycle”) → χιλιόκυκλος (chiliókyklos, “kilocycle”)”
“χιλιο- (chilio-) + ειπωμένος (eipoménos, “told”) → χιλιοειπωμένος (chilioeipoménos, “hackneyed”, “told many times”)”
“χιλιοφορεμένος”
“χιλιόχρονος”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free