Σημασία του χιλιο- | Babel Free
Ορισμοί
στην αρχή των λέξεων πολλαπλασιάζει το δεύτερο συνθετικό επί χίλια είτε κυριολεκτικά (π.χ. χίλια μέτρα στο χιλιόμετρο, χίλια γραμμάρια στο χιλιόγραμμο ή κιλό) είτε μεταφορικά (π.χ. στο χιλιοειπωμένος, χιλιοφορεμένος)
Ισοδύναμα
Беларуская
кіла-
Български
кило-
Bosanski
kilo-
Čeština
kilo-
Ελληνικά
κιλο-
Esperanto
kilo-
Euskara
kilo-
Suomi
kilo-
Français
kilo-
Gaeilge
cilea-
Galego
quilo-
Hrvatski
kilo-
Magyar
kilo-
Íslenska
kíló-
한국어
킬로-
Kurdî
kîlo-
Malagasy
kilao-
Bahasa Melayu
kilo-
Nederlands
kilo-
Polski
kilo-
Русский
кило-
Shqip
kilo-
Српски
kilo-
Svenska
kilo-
Türkçe
kilo-
Українська
кіло-
Tiếng Việt
ki-lô
Παραδείγματα
“χιλιο- (chilio-) + μέτρο (métro, “metre”) → χιλιόμετρο (chiliómetro, “kilometre”)”
“χιλιο- (chilio-) + κύκλος (kýklos, “cycle”) → χιλιόκυκλος (chiliókyklos, “kilocycle”)”
“χιλιο- (chilio-) + ειπωμένος (eipoménos, “told”) → χιλιοειπωμένος (chilioeipoménos, “hackneyed”, “told many times”)”
“χιλιοφορεμένος”
“χιλιόχρονος”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free