Meaning of χηλή | Babel Free
/çiˈli/Ορισμοί
- πόλη της Τουρκίας
- άκρη εξωτερικού οργάνου.
- χωριό της Εύβοιας
- το νύχι μερικών ζώων
- η δαγκάνα των καβουριών, αστακών κ.ά.
- η οπλή
- προεξοχή γης που εισχωρεί στη θάλασσα (φυσική ή τεχνητή), προβλήτα, μώλος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.