HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χηλοειδές

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

παθολογική υπερβολική ανάπτυξη ουλώδους ιστού στο δέρμα, που δημιουργείται μετά από τραυματισμό, χειρουργική επέμβαση ή ακόμα και μια μικρή πληγή

Ισοδύναμα

5 more languages
Suomikeloidi
Bahasa Indonesiaberkeloidkeloid
日本語ケロイド
Portuguêsqueloide

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χηλοειδές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free