χεράκια
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεράκι
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Το μωρό άπλωσε τα χεράκια του προς τη μητέρα.”
The baby stretched out its little hands toward its mother.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free