Meaning of χειρ | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
το χέρι, σε εκφράσεις όπως archaic
Παραδείγματα
“ιδίαις χερσί (με το χέρι του ίδιου, της ίδιας)”
“με το όπλο ανά χείρας (με το όπλο στο χέρι)”
“συν Αθηνά και χείρα κίνει (ο Θεός βοηθάει, αλλά κουνα κι εσύ τα χέρια σου)”
“νίπτω τας χείρας μου (αποποιούμαι τις ευθύνες)”
“δι' ανατάσεως της χειρός (τρόπος εκλογής, ψήφισης)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.