HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χειρ | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. το χέρι, σε εκφράσεις όπως
    archaic

Παραδείγματα

“ιδίαις χερσί (με το χέρι του ίδιου, της ίδιας)”
“με το όπλο ανά χείρας (με το όπλο στο χέρι)”
“συν Αθηνά και χείρα κίνει (ο Θεός βοηθάει, αλλά κουνα κι εσύ τα χέρια σου)”
“νίπτω τας χείρας μου (αποποιούμαι τις ευθύνες)”
“δι' ανατάσεως της χειρός (τρόπος εκλογής, ψήφισης)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χειρ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course