Σημασία του χασούρα | Babel Free
Ορισμοί
- το να χάνει κάποιος χρήματα, να έχει ζημία σε οικονομικές συναλλαγές ή τυχερό παιχνίδι
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χασούρας
Παραδείγματα
“Ρίσκο για μεγάλη χασούρα αλλά και πιθανότητα μεγάλου κέρδους (Δημήτρης Νόλλας, «Οι ιστορίες είναι πάντα ξένες»)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free