Meaning of χαραυγή | Babel Free
/xa.ɾaˈvʝi/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Χαραυγής)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- χάραμα, ξημέρωμα, αυγή
- προάστιο του Κερατσινίου, στον Πειραιά
-
η πρώτη φανέρωση, η πρώτη εμφάνιση figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.