Meaning of χαγιάτι | Babel Free
/xaˈʝa.ti/Ορισμοί
-
σκεπαστός εξώστης που αποτελεί προέκταση εσωτερικού χώρου vulgar
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“Εκεί στεκόταν ένα, με χρωματιστά τζάμια, αρχοντικό, που έβλεπε σε δύο θάλασσες. […] Μπροστά του ήταν η παραλία, είχε όμορφες κούρμπες που κρατούσαν τα χαγιάτια του […].”
There stood a mansion with colored windows, overlooking two seas. […] In front of it there was the beach, it had beautiful curves that held its balconies […] .
“※ 19ος/20ος αιώνας, Αργύρης Εφταλιώτης (1911) Η Αγγέλικα! [διήγημα], από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες”
“※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ὁ κλεφτοκοτᾶς, από τη συλλογή διηγημάτων Διηγήματα τοῦ γυλιοῦ, αρχική έκδοση: 1922.”
“※ 21ος αιώνας, Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, (αρχική έκδοση: 2002), εκδόσεις: Καστανιώτη, 2011, ISBN: 9789600322439 @google.gr/books.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.