Meaning of χίπης | Babel Free
/ˈçi.pis/Ορισμοί
άτομο με ιδιόρρυθμο ή παραμελημένο ντύσιμο (που συμμετέχει σε κοινωνικό κίνημα) που αμφισβητεί τις καθιερωμένες κοινωνικές αξίες και νόρμες και φέρεται αντισυμβατικά
Παραδείγματα
“※ Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.