HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χίπης | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈçi.pis/

Ορισμοί

άτομο με ιδιόρρυθμο ή παραμελημένο ντύσιμο (που συμμετέχει σε κοινωνικό κίνημα) που αμφισβητεί τις καθιερωμένες κοινωνικές αξίες και νόρμες και φέρεται αντισυμβατικά

Παραδείγματα

“※ Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χίπης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course