Meaning of χέω | Babel Free
/ˈçe.o/Ορισμοί
δύσχρηστη μορφή του χύνω, διασκορπίζω (β΄ συνθετικό ρημάτων π.χ. διαχέω, εκχέω, συγχέω και ρίζα πολλών ουσιαστικών αλλά σπάνια μη σύνθετο)
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.