Meaning of χέρα | Babel Free
/ˈçe.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χέρας
-
το χέρι idiomatic
-
το χέρι (περιπαικτικά ή με τάση υπερβολής, ως συνώνυμο της χερούκλας) vulgar
Παραδείγματα
“Μάζευ' τη χέρα σου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.