Meaning of χάσια | Babel Free
/ˈxa.si.a/Ορισμοί
- η προηγούμενη ονομασία της Φυλής Αττικής
- γυναικείο επώνυμο
- βουνό στα σύνορα του Νομού Τρικάλων με τον Νομό Γρεβενών, βορειοδυτικά της Καλαμπάκας, με υψόμετρο 1.564 μέτρα. Αποτελούν τμήμα της ευρύτερης οροσειράς της Πίνδου.
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσι accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.