φύτεμα
Ορισμοί
η φύτευση, το φύτευμα, η τοποθέτηση τμημάτων φυτών στο χώμα για να βλαστήσουν ή και σπόρων (αν και για τους τελευταίους, το ρήμα εκλογής είναι το σπέρνω)
Ισοδύναμα
19 more languages
العربيةغرس
Danskplantning
DeutschBepflanzung
Ελληνικάφύτευση
Nederlandsbeplanting
Polskisądzenie
Portuguêsplantio
Svenskaplantering
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free