Meaning of φόρτωμα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φόρτωμας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Φόρτωμας accusative, genitive, singular, vocative
- η φόρτωση, το να φορτώνεις ένα φορτίο προς μεταφορά
- το βάρος, το φορτίο αυτό καθαυτό
-
το συναισθηματικό βάρος, πίεση figuratively
- η φόρτιση της μπαταρίας
- η μεταφορά πληροφοριών σε ψηφιακά αρχεία
Ισοδύναμα
English
load
Παραδείγματα
“Τελείωσε το φόρτωμα για να φύγει καμιά φορά το καράβι;”
“Μη μου γίνεσαι φόρτωμα. Άσε με ήσυχο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.