φωτοχημεία
Ορισμοί
κλάδος της χημείας με αντικείμενο τις χημικές αντιδράσεις σε διάφορα μόρια όταν αυτά εκτίθενται στην επίδραση του φωτός -π.χ. η φωτοσύνθεση στα φυτά, αλλά και διάφοροι φωτοχημικοί ρύποι.
Ισοδύναμα
10 more languages
DeutschPhotochemie
Gaeilgefótaiceimic
Italianofotochimica
日本語光化学
한국어광화학
Nederlandsfotochemie
Portuguêsfotoquímica
Русскийфотохимия
Türkçeısılkimya
Παραδείγματα
“Οργανική φωτοχημεία”
“Ανόργανη φωτοχημεία”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free