φωσφορίτης
Ορισμοί
ιζηματογενές πέτρωμα πλούσιο σε φωσφορικά άλατα, που χρησιμοποιείται κυρίως ως πρώτη ύλη για λιπάσματα και βιομηχανικά χημικά
Ισοδύναμα
2 more languages
Suomifosforiitti
Italianofosforite
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free