Meaning of φωσφάτωση | Babel Free
Ορισμοί
χημική κατεργασία κατά την οποία σχηματίζεται, μέσω ελεγχόμενης αντίδρασης, ένα λεπτό στρώμα αδιάλυτων φωσφορικών ενώσεων πάνω σε μεταλλική επιφάνεια, με σκοπό κυρίως την αντιδιαβρωτική προστασία και τη βελτίωση της πρόσφυσης μεταγενέστερων επιστρώσεων
Παραδείγματα
“※ Η φωσφάτωση είναι κατεργασία της επιφάνειας με φωσφορικές ενώσεις. Το αποτέλεσμα είναι ο σχηματισμός μιας λεπτής φωσφορικής επικάλυψης πάνω στην επιφάνεια. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι φωσφάτωσης: με εμβάπτιση, με ψεκασμό (spray), με τρίψιμο με πανί κ.ά. Για τη φωσφάτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν φωσφορικά άλατα του σιδήρου, του ψευδαργύρου, του μαγγανίου, ή και μικτά. (https://portal.tee.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.