Σημασία του φωνασκώ | Babel Free
fo.naˈskoΟρισμοί
φωνάζω πολύ, γίνομαι ακατάληπτος και ενοχλητικός είτε επειδή μιλώ θυμωμένα είτε επειδή φωνάζω για διάφορους λόγους (από χαρά, ένταση κ.λπ.)
Ισοδύναμα
Français
vociférer
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free