Meaning of φούντα | Babel Free
/ˈfun.da/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φούντας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Φούντας accusative, genitive, singular, vocative
- σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων με το ένα άκρο ενωμένο και το άλλο ελεύθερο
- μικρό ανθισμένο κλαδί
- ακατέργαστη ινδική κάνναβη, χασίς
Ισοδύναμα
English
Weed
Παραδείγματα
“φέσι με φούντα”
“μια φούντα βασιλικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.