Meaning of φλοτέρ | Babel Free
/floˈteɾ/Ορισμοί
- ειδική κατασκευή που διακόπτει την παροχή και ροή νερού σε καζανάκι, ντεπόζιτο ή δεξαμενή, προκειμένου να μην έχουμε υπερχείλιση
- ελαφρύ σώμα που επιπλέει και συμβάλλει στην πλεύση άλλων σωμάτων
- καθένας από τους δύο ή περισσότερους στεγανούς πλωτήρες ενός υδροπλάνου, με τους οποίους επιπλέει στο νερό
- σημαδούρα που επιπλέει
Παραδείγματα
“Συνεχώς μου χαλάει το φλοτέρ στο καζανάκι της τουαλέτας, κι όλο τρέχει.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.