Σημασία του φλεγμονή | Babel Free
fleɣ.moˈniΟρισμοί
η τοπική αντίδραση του οργανισμού στη μόλυνση από παθογόνους μικροοργανισμούς, η οποία εκδηλώνεται με τοπικό οίδημα, πόνο, κοκκίνισμα και, πιθανόν, πυρετό
Ισοδύναμα
Deutsch
Entzündung
English
Inflammation
Español
inflamación
Suomi
tulehdus
Magyar
gyulladás
Italiano
infiammazione
Nederlands
ontsteking
Polski
zapalenie
Português
inchação
Română
flegmon
Русский
флегмона
Српски
упала
Svenska
varböld
Παραδείγματα
“※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free