Meaning of φλάρος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αδερφός, καθολικός ιερέας ή καλόγερος
-
μεγάλο πήλινο κιούπι, στο οποίο άνοιγαν τρύπες και το τοποθετούσαν στο «καπάκι» της καμινάδας, για να απάγεται ο καπνός και να μην εισέρχονται τα νερά της βροχής idiomatic
-
είδος κεραμικής σόμπας με στόμια idiomatic
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.