HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φιόγκος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈfçoŋ.ɡos

Ορισμοί

  1. τρόπος δεσίματος κορδέλλας, σπάγκου, κορδονιού κ.λπ. με διπλή θηλιά κι εύκολο λύσιμο, σε σχήμα πεταλούδας
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. κορδέλλα, σπάγκος, κορδόνι κ.λπ. δεμένο με διπλή θηλιά σε σχήμα πεταλούδας
    figuratively
  4. το παπιγιόν με
    figuratively
  5. ο τζιτζιφιόγκος
    figuratively

Ισοδύναμα

Englishbow
Españollazi
1 more languages
Portuguêsno

Παραδείγματα

“※ Ὁ κόμπος εἶναι πάντα καλόγουστος, ἕνα εἶδος φιόγκου, καὶ δὲν καταλαβαίνω πῶς τὸν πετυχαίνει καὶ τὸν κάνει νὰ φαίνεται πλούσιος μόνο μὲ δυὸ τρεῖς κινήσεις τῶν δαχτύλων (Νέα Εστία, τόμος 98, Ι.Δ. Κολλάρος και Σία, 1975)”
“※ Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φιόγκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free