Meaning of φιόγκος | Babel Free
/ˈfçoŋ.ɡos/Ορισμοί
- τρόπος δεσίματος κορδέλλας, σπάγκου, κορδονιού κ.λπ. με διπλή θηλιά κι εύκολο λύσιμο, σε σχήμα πεταλούδας
- ανδρικό επώνυμο
-
κορδέλλα, σπάγκος, κορδόνι κ.λπ. δεμένο με διπλή θηλιά σε σχήμα πεταλούδας figuratively
-
το παπιγιόν με figuratively
-
ο τζιτζιφιόγκος figuratively
Ισοδύναμα
English
bow
Παραδείγματα
“※ Ὁ κόμπος εἶναι πάντα καλόγουστος, ἕνα εἶδος φιόγκου, καὶ δὲν καταλαβαίνω πῶς τὸν πετυχαίνει καὶ τὸν κάνει νὰ φαίνεται πλούσιος μόνο μὲ δυὸ τρεῖς κινήσεις τῶν δαχτύλων (Νέα Εστία, τόμος 98, Ι.Δ. Κολλάρος και Σία, 1975)”
“※ Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.