HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φινετσάτο

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του φινετσάτος
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φινετσάτος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Φορούσε ένα πολύ φινετσάτο κοστούμι στη δεξίωση.”

He wore a very elegant suit at the reception.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φινετσάτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free