φιλιγκράν
Ορισμοί
- περίτεχνο τεχνούργημα από χρυσό ή ασημένιο σύρμα από το οποίο σχηματίζονται τα σχέδια
- αντικείμενο που μοιάζει με φιλιγκράν
-
η φιλιγράνα, το υδατογράφημα, η υδατογραφία broadly, rare
Ισοδύναμα
12 more languages
Češtinafiligrán
Danskfiligran
Suomifiligraani
Italianofiligrana
Nederlandsfiligraan
Portuguêsfiligrana
Românăfiligran
Türkçetelkâri
Українськафілігранний
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free