Meaning of φθίνουσα | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθίνων και του φθίνοντας accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
που ελαττώνεται συνεχώς, που εξασθενεί, που χειροτερεύει accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
που ελαττώνεται, μικραίνει accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
που τείνει σταδιακά να παύσει accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“φθίνουσα σελήνη”
“λόγω ηλικίας, η κατάστασή του πλέον χαρακτηρίζεται φθίνουσα”
“η οικονομία ακολουθεί φθίνουσα πορεία”
“Τοποθετήστε σε φθίνουσα σειρά τους αριθμούς... / φθίνουσα συνάρτηση”
“Φθίνουσα ή αποσβενύμενη ταλάντωση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.