Σημασία του φθίνουσα | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθίνων και του φθίνοντας accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
που ελαττώνεται συνεχώς, που εξασθενεί, που χειροτερεύει accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
που ελαττώνεται, μικραίνει accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
που τείνει σταδιακά να παύσει accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Ισοδύναμα
Català
decreixent
Čeština
klesající
Español
decreciente
Galego
decrecente
Polski
zmniejszenie
Português
decrescente
Türkçe
mütenakıs
Παραδείγματα
“φθίνουσα σελήνη”
“λόγω ηλικίας, η κατάστασή του πλέον χαρακτηρίζεται φθίνουσα”
“η οικονομία ακολουθεί φθίνουσα πορεία”
“Τοποθετήστε σε φθίνουσα σειρά τους αριθμούς... / φθίνουσα συνάρτηση”
“Φθίνουσα ή αποσβενύμενη ταλάντωση”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free