Meaning of φασολιά | Babel Free
/fa.soˈʎa/Ορισμοί
- το φαγητό με χλωρά φασόλια· φασολάκια
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασόλι accusative, nominative, plural, vocative
- το φυτό φασίολος, που παράγει τον καρπό του φασολιού
- η σούπα με ξερά φασόλια· φασολάδα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.