HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φασίστας

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
faˈsis.tas

Ορισμοί

  1. οπαδός του φασισμού, που επικροτεί και ασπάζεται τις φασιστικές ιδέες και απόψεις
  2. άνθρωπος με απολυταρχική και δεσποτική συμπεριφορά
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishFascist
FrançaisFasciste
DeutschFaschist
1 more languages
Italianofascista

Παραδείγματα

“Ο φασίστας ρήτορας ξεσήκωσε το πλήθος.”

The fascist orator stirred up the crowd.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φασίστας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free