Meaning of φαρμάκι | Babel Free
/faɾˈma.ci/Ορισμοί
- το δηλητήριο
- χαρακτηρισμός για κάτι πολύ πικρό στη γεύση
-
η πικρή κουβέντα, η ενέργεια που πληγώνει βαθιά figuratively
Ισοδύναμα
English
poison
Παραδείγματα
“φαρμάκι τον έκανες τον καφέ”
“φαρμάκι τα λόγια σου”
“με αυτά που έκανες, με πότισες φαρμάκι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.