Meaning of φακή | Babel Free
/faˈci/Ορισμοί
- αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών και στην τάξη των Κυαμωδών
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φάκης
- ο καρπός του φυτού
-
φακές: το φαγητό με φακές plural-normally
Παραδείγματα
“Οι φακές είναι νόστιμες και έχουν βιταμίνες και σίδηρο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.