HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φίμωση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈfi.mo.si

Ορισμοί

  1. η ενέργεια του φιμώνω
  2. η στέρηση της δυνατότητας σε κάποιον να μιλήσει
  3. η αδυναμία αποκάλυψης της βαλάνου με έλξη της ακροποσθίας

Ισοδύναμα

16 more languages
العربيةإسكات
Bahasa Indonesiafimosisikut
Italianofimosi
日本語包茎衣被
한국어포경
Polskistulejka
Portuguêsfimose
Русскийфимо́з
Українськазаглушенняфімоз
中文包莖
繁體中文包莖

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φίμωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free