Meaning of φέλπα | Babel Free
/ˈfel.pa/Ορισμοί
απομίμηση βελούδου, πιο φτηνό και μικρότερης αντοχής, μαλακό με βελούδινη υφή, που παράγεται συνήθως από ίνες μαλλιού, ρεγιόν και βαμβακερά νήματα, για φούτερ, παλτό, αθλητικά ενδύματα κ.α.
Παραδείγματα
“※ Με το στερνό στρακάρισμα της φέλπας, έβγαινε κι η τελευταία νότα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.