Meaning of φέλιασμα | Babel Free
/ˈfe.ʎa.zma/Ορισμοί
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φελιάζω dated, idiomatic
- πρόσθετο κομμάτι υφάσματος που ράβεται πάνω σε άλλο
- μπόλιασμα
Παραδείγματα
“Δεν έχει αρκετό ποδόγυρο το φόρεμα. Για να σʼ το μακρύνω, πρέπει να ράψω φελιάσματα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.