Meaning of υπόπνοια | Babel Free
Ορισμοί
η παθολογική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται μείωση του βάθους και/ή της συχνότητας της αναπνοής, οδηγώντας σε ανεπαρκή οξυγόνωση του οργανισμού, συχνά κατά τη διάρκεια του ύπνου
Ισοδύναμα
English
hypopnea
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.