υπνωτικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτικό, ουδέτερο του υπνωτικός
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ο γιατρός του έδωσε υπνωτικά χάπια για την αϋπνία.”
The doctor gave him sleeping pills for his insomnia.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free