Meaning of υπεργρίπη | Babel Free
Ορισμοί
μη επίσημος ιατρικός όρος που περιγράφει μια έξαρση εποχικής γρίπης κατά την οποία η κυκλοφορία του ιού (συνήθως γρίπης Α H₃N₂ ή υποκλάδου του) είναι πολύ αυξημένη, προκαλεί σχετικά πιο έντονα ή παρατεταμένα συμπτώματα και ασκεί μεγάλη πίεση στα συστήματα υγείας
neologism
Παραδείγματα
“※ Μετά τις εορτές και πιο συγκεκριμένα προς τα τέλη του Ιανουαρίου εκτιμούν λοιμωξιολόγοι πως θα κορυφωθεί το νέο κύμα της γρίπης Α (H₃N₂), όπως είναι γνωστή επιστημονικά η «υπεργρίπη», λόγω της ευρείας μεταδοτικότητάς της. (www.lifo.gr, 02.01.2026)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.