HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

υπήκοος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
iˈpi.co.os

Ορισμοί

  1. πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα / ιθαγένεια ενός κράτους· ο πολίτης ενός κράτους
  2. ο υποκείμενος στην εξουσία

Ισοδύναμα

19 more languages
Беларускаяграмадзянін
Българскигражданин
Catalàciutadà
Češtinaobčan
Esperantocivitano
Eestikodanik
Հայերենքաղաքացի
Portuguêscidadãcidadão
Slovenčinaobčan
Slovenščinadržavljan
Svenskamedborgare
Kiswahilimwananchi

Παραδείγματα

“Μπορείτε να ταξιδέψετε στην Αυστραλία εάν είστε Αυστραλός υπήκοος, μόνιμος κάτοικος ή υπήκοος Νέας Ζηλανδίας που διαμένει συνήθως στην Αυστραλία.”

You can travel to Australia if you are an Australian national, permanent resident or New Zealand national who normally resides in Australia.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη υπήκοος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free