Meaning of υδρογέλη | Babel Free
Ορισμοί
ημίρρευστη κολλώδης ουσία με βάση το νερό, που χρησιμοποιείται σε ιατρικές, βιομηχανικές και τεχνολογικές εφαρμογές λόγω της ικανότητάς της να συγκρατεί μεγάλες ποσότητες υγρασίας
Παραδείγματα
“Με απλά λόγια, ο γιατρός θα μπορεί να τοποθετεί την υδρογέλη εμπλουτισμένη με βλαστικά κύτταρα του ασθενούς στα σημεία του οστού όπου υπάρχει κάταγμα και χάρη στη σχεδόν υγρή μορφή της θα έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει ένα “καλούπι” επάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί ο οστίτης ιστός. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.