Meaning of υδραίικος | Babel Free
/iˈðɾe.i.kos/Ορισμοί
- ο σχετικός με το νησί Ύδρα ή τους κατοίκους της
- μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.)
Παραδείγματα
“※ Το πρώτο υδραίικο καΐκι κατασκευάστηκε στο διάστημα του πολέμου, το 1657, από τον Σακελλάριο, που αγνοούσε τη ναυπηγική, με μόνα εργαλεία το πριόνι, τον πέλεκυ και το τρυπάνι.”
“※ Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.