τύφη
Ορισμοί
το φυτό που συχνά ονομαζόταν στην Ελλάδα ψαθί ή ψάθα ή ράπη ή ρένα. Είναι γένος (Typha) ελοχαρών, ποωδών και πολυετών φυτών από τα οποία στην Ελλάδα είναι πιο συνηθισμένα η πλατύφυλλος τύφη (Typha latifolia) και η στενόφυλλος (Typha angustata) οι οποίες παλιότερα αξιοποιούνταν ως άχυρα για διατροφή ζώων αλλά κυρίως για την κατασκευή ψάθινων ειδών
Παραδείγματα
“Η τύφη φυτρώνει άφθονη στις όχθες της λίμνης και τη χρησιμοποιούσαν για ψάθινα καλάθια.”
Cattail grows abundantly on the lake's banks and was used for wicker baskets.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free