τσέμπαλο
Ορισμοί
πληκτροφόρο μουσικό όργανο, που μοιάζει με πιάνο, αλλά είναι νυκτό, έχει συνήθως δύο κλαβιέ. Χρησιμοποιήθηκε από την Αναγέννηση μέχρι την καθιέρωση του πιάνου τον 19ο αιώνα.
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةبِيَانُ القِيثَارِي
Češtinacembalo
Ελληνικάαρπίχορδο
Esperantoklaviceno
Gaeilgecruitchlár
Gàidhligcruit-chòrda
Magyarcsembaló
Íslenskasemball
한국어하프시코드
Latinaclavicymbalum
Nederlandsklavecimbel
Polskiklawesyn
Portuguêscravo
Românăclavecin
Русскийклавесин
Slovenščinačembalo
Svenskacembalo
Türkçeklavsen
中文大鍵琴
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free